Συντάξεις χηρείας: Μια κοινωνική αδικία δεκαετίας αποκαθίσταται οριστικά
Η κατάργηση των περικοπών στις συντάξεις χηρείας, αποτελεί κυβερνητική απόφαση κοινωνικής δικαιοσύνης, η οποία ενισχύει τον οικογενειακό ιστό και προστατεύει τις οικογένειες που έχασαν τον άνθρωπό τους, αναφέρει -μεταξύ άλλων- στο άρθρο της στο metrosport.gr, η Υφυπουργός Εργασίας, Άννα Ευθυμίου.
Η κα. Ευθυμίου τονίζει ότι η εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη ενσυναίσθηση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, σε θέματα κοινωνικών αξιών.
Αναλυτικά, η υφυπουργός Εργασίας, σημειώνει τα εξής:
Επομένως, με τη νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καταργούνται δύο ρυθμίσεις του νόμου Κατρούγκαλου που ταλαιπώρησαν χιλιάδες δικαιούχους επί σειρά ετών, ενώ αίρει και την αντίστοιχη διάταξη του μνημονιακού νόμου 3863/2010, διαμορφώνοντας ένα πολύ ευνοϊκότερο πλαίσιο για τις συντάξεις χηρείας.
Με τη νέα νομοθετική ρύθμιση επιλύεται οριστικά μία εκκρεμότητα δέκα ετών. Ο νόμος Κατρούγκαλου προέβλεπε ότι, όταν ένας άνθρωπος έφευγε από τη ζωή, ο επιζών σύζυγος λάμβανε το 70% της σύνταξης του θανόντος για τρία χρόνια και στη συνέχεια το ποσοστό αυτό μειωνόταν στο 35%, αν ο τελευταίος εργαζόταν ή λάμβανε άλλη σύνταξη δική του. Πρόκειται για μία διάταξη που δημιούργησε ανασφάλεια και αβεβαιότητα σε χιλιάδες οικογένειες.
Σήμερα, η αδικία αυτή αποκαθίσταται. Σε όσους συνταξιούχους χηρείας, περίπου 85.000, δεν είχε εφαρμοστεί σε αυτούς η περικοπή του 35%, αυτοί θα συνεχίσουν να λαμβάνουν το 70% της σύνταξης του θανόντος, χωρίς καμία μείωση στο 35%. Παράλληλα, δε θα κληθούν να επιστρέψουν ούτε ένα ευρώ αναδρομικά ενώ, όσοι ανησυχούσαν ότι η μείωση θα εφαρμοζόταν στο μέλλον, μπορούν πλέον να αισθάνονται ασφαλείς ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Όσοι είχαν ήδη υποστεί τη μείωση, περίπου 8.500 συνταξιούχοι, θα δουν τη σύνταξή τους να επανέρχεται στο 70%, άρα θα αυξηθεί στο διπλάσιο περίπου η σύνταξή τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διατήρηση της καταβολής δύο εθνικών συντάξεων στις περιπτώσεις σώρευσης διαφορετικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Περίπου 117.000 συμπολίτες μας, οι οποίοι λαμβάνουν τη δική τους σύνταξη και σύνταξη χηρείας, θα συνεχίσουν να λαμβάνουν δύο εθνικές συντάξεις, καθώς δε θα εφαρμοστεί η πρόβλεψη του νόμου Κατρούγκαλου που οδηγούσε στην κατάργηση της μίας. Για παράδειγμα ένας συνταξιούχος που παίρνει τη σύνταξή του λόγω γήρατος και παίρνει και τη σύνταξη χηρείας θα μπορεί πλέον να λαμβάνει και τις δυο συντάξεις κανονικά.
Η νομοθετική αυτή ρύθμιση, που επιλύει όλα τα παραπάνω, καταλαμβάνει όλους τους συνταξιούχους χηρείας που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου Κατρούγκαλου.
Η διευθέτηση αυτού του προβλήματος με το παραπάνω ευνοϊκό καθεστώς προϋπέθετε τόσο την αντιμετώπιση των νομικών ζητημάτων όσο και την εξασφάλιση του αναγκαίου δημοσιονομικού χώρου. Αυτός δημιουργήθηκε χάρη στην επιτυχημένη εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, η οποία μόνο κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 απέφερε πρόσθετα έσοδα περίπου μισού δισεκατομμυρίου ευρώ. Έτσι, κατέστη εφικτό να θεραπευτεί μία χρόνια κοινωνική αδικία, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
Εξίσου σημαντική είναι η πρόβλεψη για τα παιδιά που έχουν χάσει και τους δύο γονείς τους. Σε αυτές τις τραγικές περιπτώσεις, τα παιδιά αυτά παίρνουν ό,τι δικαιούνται από την ανταποδοτική σύνταξη των γονέων τους και έπαιρναν μέχρι σήμερα και 50% μίας εθνικής. Αυτό πλέον διπλασιάζεται, θα παίρνουν εφεξής 50% από δύο εθνικές συντάξεις ενισχύοντας ουσιαστικά την προστασία τους σε μία από τις δυσκολότερες συνθήκες που μπορεί να βιώσει μία οικογένεια.
Όταν ο Πρωθυπουργός μού εμπιστεύτηκε το χαρτοφυλάκιο της Κοινωνικής Ασφάλισης, γνώριζα ότι θα κριθούμε όχι από τις εξαγγελίες, αλλά από τις αποφάσεις που αλλάζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Οι συντάξεις χηρείας ήταν μια τέτοια απόφαση και κυρίαρχή μου προτεραιότητα με την ιδιότητα της υφυπουργού στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων μου. Δεν πρόκειται, απλά, για μια ασφαλιστική ρύθμιση. Πρόκειται για μια επιλογή αξιών. Για την επιλογή να προστατεύσουμε την οικογένεια, να αποκαταστήσουμε μια αδικία που παρέμενε σε εκκρεμότητα επί χρόνια και να ενισχύσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κοινωνικό κράτος.